Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Η τεχνητή καταπίεση να είμαστε ευτυχείς

«Η ευτυχία δεν είναι ένα ζήτημα αποκλειστικά ψυχολογικό, με οικουμενικά χαρακτηριστικά, όπως υποστηρίζει η βιομηχανία που έχει αναπτυχθεί γύρω της και η οποία λέει ότι το να είσαι ευτυχισμένος εξαρτάται από εσένα και μόνον εσένα». Εδώ και δύο μήνες, μπορεί κανείς να βρει στα βιβλιοπωλεία ένα βιβλίο του Εντγκαρ Καμπάνας και της Εύα Ιλούζ (καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο Camilo José της Μαδρίτης ο μεν, καθηγήτρια κοινωνιολογίας στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ η δε), με τίτλο «Ευτυχιοκρατία – Πώς η βιομηχανία της ευτυχίας κυβερνά τη ζωή μας». 

Ο Καμπάνας παρατηρεί σχετικά: «Η βιομηχανία της ευτυχίας μας λέει “διαχειρίσου τη ζωή σου, πρώτα όμως έλα στο συνέδριό μου, αγόρασε το βιβλίο μου”. Είναι όπως και με τον αυτοδημιούργητο άνθρωπο, που επίσης χρειάζεται οδηγίες, σαν τα έπιπλα ΙΚΕΑ: θα τα φτιάξεις μόνος σου, αλλά με βάση το manual κι έτσι βγαίνουν όλα ίδια. Η βιομηχανία της ευτυχίας τονίζει ότι εμείς είμαστε υπεύθυνοι για όσα μας συμβαίνουν. Και όταν όλα πάνε καλά, το αξίζουμε. Οταν όμως δεν πάνε, τότε νιώθουμε διπλά ένοχοι. Αφενός, εξαιτίας της κατάστασης που μας κάνει να υποφέρουμε, π.χ. επειδή χάσαμε τη δουλειά μας και αφετέρου, επειδή μόνοι μας δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε το άγχος, την κατάθλιψη που αυτή η δυσκολία μάς προκαλεί». Ποιες στάσεις ζωής θεωρούνται σύμφωνα με τη «θετική» περί ευτυχίας αντίληψη, ακατάλληλες και αναποτελεσματικές; «Αυτοί που μένουν εκτός του κανόνα της, είναι όσοι προσπαθούν να αλλάξουν τα πράγματα γύρω τους», απαντά ο Καμπάνας. «Σε αυτούς προτείνεται να μην παραπονιούνται γιατί είναι χάσιμο χρόνου, να βρουν τον δικό τους τρόπο να βγάζουν άκρη με τα προβλήματα. Αλλιώς, είναι τοξικά άτομα, drama queens, κλαψιάρηδες. Ωστόσο, με αυτή τη λογική δεν θα καταλαβαίναμε γιατί για παράδειγμα γίνονται διαδηλώσεις. Και όταν κανείς δεν θέλει να καταλάβει γιατί γίνονται διαδηλώσεις, επιστρατεύεται η ιδέα ότι όσοι διαμαρτύρονται, στην πραγματικότητα αυτοθυματοποιούνται. Καμιά φορά όμως μπορεί να υπάρχουν πραγματικά θύματα και όχι, όπως υποστηρίζεται, ενήλικοι που συμπεριφέρονται σαν παιδιά που δεν τους αρέσει το φαγητό στο τραπέζι. Καμιά φορά, κάποια κοινωνικά κινήματα διεκδικούν αλλαγές. Και κάποιες αλλαγές είναι εύλογες». Aραγε, όλα αυτά συνδέονται με την έννοια του ιδανικού πολίτη, του ιδανικού επαγγελματία και εργαζομένου, του ιδανικού ατόμου, για την οποία τόσα λέγονται κάθε φορά που μια κοινωνία περνάει κάποια κρίση; Ο Καμπάνας και η Ιλούζ καταπιάνονται ενδελεχώς με αυτό το ζήτημα στο βιβλίο τους. Τα τελευταία χρόνια ακούγεται και στην Ελλάδα μια λέξη όχι εντελώς άσχετη με όλα αυτά: η «αριστεία». «Δεν τη γνωρίζω φυσικά, αλλά δεν με εκπλήσσει η περιγραφή της», σχολιάζει ο Καμπάνας. 

«Οι επιστήμονες της ευτυχίας μιλούν συχνά για την “ευδαιμονία” του Αριστοτέλη, αγνοώντας ότι εκείνος δεν είχε κατά νουν το ανθρωπολογικό και ψυχολογικό υποκείμενο που έχουμε εμείς κι έτσι τον μεταφέρουν εύκολα στο παρόν. Νομίζω πάντως ότι στη συγκεκριμένη αντίληψη περί ευτυχίας, η λέξη-κλειδί είναι η “εμμονή” και συγκεκριμένα με την αυτοβελτίωση. Μας λένε ότι δεν μπορούμε να είμαστε τέλειοι, αλλά πρέπει να είμαστε παθιασμένοι με τη βελτίωση του εαυτού, να διαχειριζόμαστε καλύτερα τα συναισθήματα, τις δυνατότητες και τις δεξιότητές μας. Το αντιφατικό είναι ότι ενώ μπορούμε, υποτίθεται, να γίνουμε καλύτεροι, πάντα μας λείπει κάτι. Γι’ αυτό και χρειαζόμαστε συνταγές και οδηγίες». 

H δικαιοσύνη 

Εκτός από τον Αριστοτέλη, θα μπορούσε κανείς να επικαλεστεί πολλούς ακόμη στοχαστές και φιλοσόφους, από τον Επίκουρο ώς τον Τζέρεμι Μπένθαμ ή, γιατί όχι και τον Σοπενχάουερ. Πολλές θρησκευτικές έννοιες επίσης ή προτάγματα, όπως η βουδιστική νιρβάνα ή ο ευχαριστιακός τρόπος ζωής. Κάπου θα πρέπει να οδηγηθούμε όμως, σε κάποια θέση, έστω ημιτελή. Ή μήπως όχι; «Αν κάποιος σου προσφέρει τα μυστικά της ευτυχίας, θέλει τα λεφτά σου», καταλήγει ο Καμπάνας. «Σκοπός του δικού μας βιβλίου δεν είναι να σου πούμε τι να κάνεις, αλλά να προσφέρουμε εργαλεία, επιχειρήματα, δεδομένα, ώστε να σκεφτείς τι είναι καλύτερο και τι χειρότερο, όχι τι είναι σωστό και λάθος. Αυτό το κάνει ένας ιερέας, που κηρύσσει τι είναι ηθικό. Αν θέλετε πάντως, έχω μια προσωπική, ηθική θέση και αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι καμιά φορά, η ευτυχία είναι ασύμβατη με τη δικαιοσύνη. Πράγματα που σε κάνουν χαρούμενο, μπορεί να είναι άδικα. Στις περιπτώσεις που πρέπει να διαλέξω, διαλέγω τη δικαιοσύνη. Πιστεύω ότι η αποκλειστική επιδίωξη της ευτυχίας μας απομακρύνει και από άλλες σημαντικές αξίες. Για παράδειγμα; Η αλήθεια και η γνώση. Η αλληλεγγύη, η φιλία». 

 Πηγή: Καθημερινή 17.08.2020

Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

Στην ανατολή του τρίτου αιώνα

 

 


Η Ελλάδα συμπληρώνει 200 χρόνια βίου, αν τουλάχιστον ξεκινήσουμε το μέτρημα από την έναρξη της εξέγερσης. Η πορεία της χώρας ώς σήμερα υπήρξε περιπετειώδης και η σημερινή Ελλάδα έχει ελάχιστη σχέση με αυτή του 1821. Πώς όμως γίνεται να φανταστούμε τον τρίτο αιώνα που ανοίγεται μπροστά μας; Ισως ένας τρόπος είναι να δούμε συνοπτικά τον κάθε ένα από τους δύο αιώνες του βίου της χώρας από την οπτική της χρονικής τους ολοκλήρωσης.

Στον πρώτο αιώνα του ελληνικού κράτους κυριάρχησε το όραμα της εθνικής ολοκλήρωσης. Το κράτος που προέκυψε από την εξέγερση δεν ήταν ιδιαιτέρως ελκυστικό: ήταν φτωχό, μικρό και δεν διέθετε αξιόλογους πόρους, ούτε βέβαια διοικητικές δομές. Επιπλέον, το μεγαλύτερο και δυναμικότερο κομμάτι του ελληνισμού ζούσε εκτός του γεωγραφικού του χώρου. Επομένως, ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης αναπτύχθηκε πάνω σε τρεις άξονες. Ο πρώτος ήταν η συγκρότηση ενός «πρότυπου βασιλείου», δηλαδή μιας κρατικής οντότητας δυτικού τύπου σε μια οθωμανική επαρχία. Ο δεύτερος ήταν η διαμόρφωση ενός συνεκτικού έθνους καθώς ένας πληθυσμός αναλφάβητων αγροτών και κτηνοτρόφων που είχαν εξαιρετικά περιορισμένους τοπικούς ορίζοντες έπρεπε να μετατραπεί σε συνειδητούς πολίτες ενός νεωτερικού έθνους με κοινή και συνεκτική εθνική συνείδηση. Τέλος, ο τρίτος ήταν η εδαφική επέκταση, αρχικά εις βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που, παρά την παρακμή της, παρέμενε ένα πανίσχυρο κράτος, και αργότερα απέναντι στα νεοσύστατα βαλκανικά κράτη –ιδίως τη Βουλγαρία–, τα οποία είχαν τα δικά τους δυναμικά σχέδια τα οποία δεν ήταν πάντοτε συμβατά με τα όνειρα των Ελλήνων.

Το 1921 και οι τρεις αυτοί στόχοι είχαν σε γενικές γραμμές επιτευχθεί. Η χώρα διέθετε ένα νεωτερικό, «βεμπεριανό» κράτος, που μπορεί να μην είχε την αποτελεσματικότητα ή τους πόρους των μεγάλων δυτικών ομολόγων του, αλλά είχε δομηθεί πάνω στην ίδια κατευθυντήρια λογική. Η γοργή και μαζική ανάπτυξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης είχε οδηγήσει στη συγκρότηση ενός συνεκτικού έθνους και η μεγάλη στρατιωτική προσπάθεια των απαρχών του 20ού αιώνα είχε επιτύχει τον διπλασιασμό της έκτασης της χώρας. Την επιτυχία αυτή αμαύρωσε βέβαια ο Εθνικός Διχασμός και η Μικρασιατική Καταστροφή που θα ακολουθούσε σε ένα χρόνο. Ούτε όμως ο ένας ούτε η άλλη δεν αναιρούν το γεγονός πως ο στόχος της εθνικής ολοκλήρωσης είχε σε σημαντικό βαθμό επιτευχθεί.

Το ξεκίνημα του δεύτερου αιώνα της σύγχρονης Ελλάδας σημαδεύτηκε από το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Σύντομα, η χώρα έθεσε έναν καινούργιο μεγάλο στόχο: την έξοδό της από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη. Ο στόχος αυτός περνούσε μέσα από την εκβιομηχάνιση της χώρας και τον θεσμικό της εκσυγχρονισμό. Η Ελλάδα κατάφερε με αξιοθαύμαστο τρόπο να απορροφήσει και να αποκαταστήσει πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και το 1928 ξεκίνησε η μεγάλη προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Μιλώντας στη Θεσσαλονίκη τον Φεβρουάριο του 1930, ο Ελευθέριος Βενιζέλος διακήρυσσε τη βαθιά του εμπιστοσύνη στο μέλλον της χώρας, κάνοντας μια σύγκριση ανάμεσα σε δύο χρονολογίες: το 1830 και το 1930. Τι ήταν η Ελλάδα το 1830; ρωτούσε. Ενας σωρός ερειπίων, ένα πολιτικό εξάμβλωμα που ελάχιστοι θεωρούσαν βιώσιμο, με μικρό πληθυσμό και καμιά άξια λόγου πόλη. Οι όροι με τους οποίους δημιουργήθηκε το κρατίδιο αυτό καθιστούσαν την ανάπτυξή του επισφαλή, ενώ οι πόροι του ήταν ελάχιστοι και η πολιτική του πείρα ανύπαρκτη. Η ρομαντική του απορρόφηση από τη Μεγάλη Ιδέα οδηγούσε σε αδιέξοδους μαξιμαλισμούς. Παρότι όμως οι συνθήκες ήταν τόσο αρνητικές, προσθέτει στον λόγο του ο Βενιζέλος, το πολιτικό αυτό εξάμβλωμα κατόρθωσε να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, να τριπλασιάσει την έκτασή του, να εννεαπλασιάσει τον πληθυσμό του και να εκατονταπλασιάσει τον πλούτο του. Δηλαδή, κατέληγε, ένα κράτος που είχε πετύχει τόσο πολλά σε έναν αιώνα δεν υπήρχε περίπτωση να δυσκολευτεί στον δεύτερο αιώνα του βίου του για να πετύχει «νέας προόδους, τας οποίας ολίγοι από ημάς είμεθα ικανοί και να φαντασθώμεν ακόμη σήμερα». Η Ελλάδα μπορεί να προσέκρουσε στη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του ’30, στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Εμφύλιο, όμως ο Βενιζέλος τελικά δικαιώθηκε ως προς την πρόβλεψή του: στη διάρκεια του δεύτερου αιώνα της, η χώρα πέτυχε τον στόχο της μετατρέποντας την υπανάπτυξη σε παρελθόν. Παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια, η Ελλάδα είναι σήμερα ένα πλούσιο, δημοκρατικό κράτος, ισότιμο μέλος της μεγαλύτερης συμμαχίας των πιο ανεπτυγμένων δημοκρατιών του κόσμου.

Θα μπορούσαμε να προβάλουμε το 1921 και το 2021 στο 2121; Οχι βέβαια, γιατί αυτά που αλλάζουν εκτείνονται πολύ πιο πέρα από τη δυνατότητα του νου μας να τα συλλάβει. Ομως, είναι ενδιαφέρον να παίξουμε με την ιδέα αυτή. Μια τέτοια προβολή θα μπορούσε να επισημαίνει πως μετά το διπλό σοκ της κρίσης του 2010 και της πανδημίας του 2020, η χώρα θέτει ένα καινούργιο μετανεωτερικό στόχο που προσπερνά τη συμβατική οικονομική ανάπτυξη και βασίζεται σε μια ριζικά διαφορετική αντίληψη της σχέσης του ανθρώπου με τον εαυτό του και τον περίγυρό του, κάτι αντίστοιχο σε εύρος δηλαδή με τις ιδεολογικές υπερβάσεις που έγιναν το 1821 ή το 1923, όταν οι ηγέτες της χώρας φαντάστηκαν αρχικά το εθνικό κράτος και κατόπιν το σύγχρονο κράτος. Η προβολή αυτή θα υπογράμμιζε παράλληλα την ίδια μεγάλη φιλοδοξία της αυτοτοποθέτησης στην παγκόσμια πρωτοπορία και θα ανέφερε την πλούσια εμπειρία μας στο να ξεπερνάμε τις αναπόφευκτες κρίσεις και καταστροφές.

Αγναντεύοντας την ανατολή του τρίτου μας αιώνα, θα μπορούσαμε να επαναλάβουμε με μικρές μόνο παραλλαγές τον Βενιζέλο του 1930: «Πώς μπορεί κανείς να πει πως το κράτος αυτό –που, παρά τη φτωχή του αφετηρία, πέτυχε τόσα πολλά– δεν μπορεί να πραγματοποιήσει κατά την τρίτη εκατονταετία της ανεξάρτητης ζωής του νέες προόδους τις οποίες λίγοι από εμάς είμαστε ικανοί να φανταστούμε σήμερα;».

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.