Η κατάσταση της οικονομίας της κάθε χώρας επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό όλες τις πτυχές της κοινωνίας και φυσικά και την εκπαίδευση. Από την άλλη πλευρά και η εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό την οικονομία της χώρας, εφόσον είναι σχεδιασμένη κατάλληλα για να καλύπτει τις ανάγκες τις αγοράς. Η εκπαίδευση παρέχεται κυρίως από τον δημόσιο τομέα και το αρνητικό βέβαια είναι ότι ο τελευταίος επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση του κράτους, αφού χρηματοδοτείται από αυτό. Η δημόσια εκπαίδευση επηρεάζει συνολικά την κοινωνία και τη ζωή των ατόμων. Γι΄ αυτό το λόγο οι οικονομολόγοι δίνουν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση και αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει ως ένας θετικός εξωτερικός παράγοντας ( Pană, 2012).
Η σημερινή οικονομική πραγματικότητα δεν είναι θετική. Το κραχ του 2008 τελικά ήρθε. Η οικονομική κατήφεια (που ξεκίνησε διεθνώς ως χρηματοπιστωτική) συνεχίζεται σε διεθνές επίπεδο και εμφανίζεται ως κρίση δημόσιου χρέους και αστάθειας του ευρώ. Υπάρχει η ανησυχία ότι η μικροπολιτική των ευρωπαίων πολιτικών ηγετών θα αποτύχει τελικά και αυτή αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μια κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Έτσι τώρα μια μαύρη σκιά αμφιβολίας έχει αντικαταστήσει ένα τέταρτο αιώνα ηδονιστικό, παιδικής ανυπομονησίας και καπιταλιστικής ευφορίας. Η αισιοδοξία έχει αντικατασταθεί από ένα κακό προαίσθημα σε όλους τους τομείς(Ormell, 2012).
Η χώρα μας μετά την μεταπολίτευση (πτώση δικτατορίας) του 1974, με τη συμβολή ενός ήρεμου πολιτικού τοπίου, εντάχθηκε αρχικά στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1979 και στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση το 2002. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια σταθερή οικονομική πορεία και μια πορεία εκδυτικισμού – εκσυγχρονισμού, ακόμα και στον τομέα της εκπαίδευσης (Μπουζάκης, Διπλάρη 2012).Η κρίση που βιώνει η Ελλάδα από το 2009 είναι ένας συνδυασμός κρίσης χρέους, έλλειψης χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και σοβαρότατης πολιτικής κρίσης και κρίσης θεσμών. Από αυτούς δεν μπορεί, λοιπόν, να εξαιρεθεί και η εκπαίδευση.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει τα χαρακτηριστικά ενός πολιτικά συγκεντρωτικού συστήματος. Αυτό σημαίνει ότι η λήψη των αποφάσεων προέρχεται από το Υπουργείο σε συνεργασία με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, που καταρτίζουν τα αναλυτικά προγράμματα. Τα διοικητικά στελέχη(προϊστάμενοι – σχολικοί σύμβουλοι), διευθυντές και εκπαιδευτικοί, έχουν ως έργο την υλοποίηση των προγραμμάτων χωρίς όμως να λαμβάνουν ενεργά μέρος στη διαμόρφωσή τους. Παρατηρείται επομένως μια τυποποίηση της διδασκαλίας και του διδακτικού έργου (Μαυρογιώργος, 1994). Η εκπαιδευτική μονάδα, λοιπόν, δεν ενεργεί αυτόνομα, ώστε να εξυπηρετεί τις ανάγκες της μικροκοινωνίας, μέσα στην οποία υφίσταται. Ο συγκεντρωτικός χαρακτήρας δεν επιτρέπει επίσης να αξιοποιηθεί η εμπειρία και οι ηγετικές δεξιότητες των διοικητικών στελεχών, ενώ παρεμποδίζεται και η ανάπτυξη καινοτόμων ιδεών και κουλτούρας (Μαυρογιώργος, 1994). Στοιχεία τα οποία θα ήταν πολύ χρήσιμα για να αντιμετωπιστεί η σημερινή δυσχερής πραγματικότητα.
Συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην εκπαίδευση
Τον αντίκτυπο της οικονομικής κρίσης στην εκπαιδευτική καθημερινότητα μπορούμε να τον εστιάσουμε σε τέσσερις διαφορετικούς τομείς. Τις συνέπειες που υπάρχουν στην εκπαιδευτική πολιτική, εξαιτίας οικονομικών παραγόντων και επηρεάζουν το έργο και την καθημερινότητα όλων των εμπλεκομένων. Τις συνέπειες για τους εκπαιδευτικούς που θεωρητικά είναι οι πιο ορατές, τις συνέπειες για τους μαθητές και τέλος τις συνέπειες για την οικογένεια και τους γονείς. Οι τελευταίες επηρεάζουν, όπως θα δούμε, το έργο και του εκπαιδευτικού αλλά και την καθημερινότητα του μαθητή.
Ξεκινώντας από τις συνέπειες σε επίπεδο παιδείας, όπως αναφέρει οι Μπουζάκης και Διπλάρη (2012):
Σε έρευνα που έγινε σε ευρωπαϊκές χώρες για το αν ακολούθησαν μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση που είχαν ως αποτέλεσμα να επηρεάζουν αρνητικά τους υπαλλήλους της εκπαίδευσης, έδειξε ότι 25 χώρες προέβησαν και μόνο 14 χώρες όχι. Σε χώρες που παρέμβηκε το ΔΝΤ, τις μεγαλύτερες περικοπές προϋπολογισμού είχαμε στη Λετονία (55%), ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση με 20%. Επίσης η χώρα μας είναι στην πρώτη θέση στον τομέα των συγχωνεύσεων και κλεισίματος σχολικών μονάδων. 1933 σχολεία συγχωνεύτηκαν από το 2008. (Μπουζάκης, Διπλάρη 2012,σ.121-122)
Ταυτόχρονα υπάρχει πρωτόγνωρη μείωση του ρυθμού ανέγερσης σχολικών κτιρίων, συγχωνεύσεις τμημάτων, άρα περισσότεροι μαθητές ανά τμήμα (Ζαχαρίου 2013). Σύμφωνα με την Ζαμπέτα(1994), το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει περάσει πολλές αλλαγές αλλά και κρίσεις. Όμως στις περισσότερες των περιπτώσεων ήταν αλλαγές με την έννοια της μεταρρύθμισης και όχι αλλαγές που είχαν επέλθει βίαια από το εξωτερικό περιβάλλον.
Παράλληλα ένα ηθικό ζήτημα, το οποίο όμως είναι συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής κουλτούρας, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις οι νόμοι δεν εφαρμόζονται και κυρώσεις δεν επιβάλλονται. Έτσι η αξιοπιστία του κράτους καταρρακώνεται. Οι πολίτες και οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι το κράτος είναι αναξιόπιστο και ενεργεί αναλόγως και πολλές φορές αναρχικά. Η αξιοπιστία μπορεί να εδραιωθεί μόνο όταν αποφεύγονται οι υπαναχωρήσεις (Τσούκας, 2009). Αυτό έχει αποτέλεσμα και στην εκπαίδευση, αφού οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στο κράτος και στις αποφάσεις του, με αποτέλεσμα να ενεργούν αντιδραστικά. Οι μαθητές αντιλαμβάνονται τη στάση αυτή των μεγαλύτερων και δρουν και αυτοί σε πολλές περιπτώσεις αναρχικά.
Περνώντας τώρα στον αντίκτυπο της οικονομικής κατάστασης για τους εκπαιδευτικούς, εδώ τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα και άμεσα, διότι επηρεάζονται από μια σειρά μέτρων που αναγκάζονται να παίρνουν οι κυβερνήσεις. Καταρχάς παρατηρείται μεταβολή εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών (αύξηση ωραρίου, περισσότεροι με ελαστικές σχέσεις εργασίας – ωρομίσθιοι - , αναγκαστικές αποσπάσεις σε άλλες περιφέρειες, μειώσεις μισθών), πάγωμα νέων προσλήψεων. Επίσης δε γίνεται καμία πρόσληψη κοινωνικών ψυχολόγων, με τους εκπαιδευτικούς να καλύπτουν τα κενά εκ των ενόντων και το σχολείο να υπολειτουργεί (Ζαχαρίου, 2013).
Από την άλλη πλευρά ο εκπαιδευτικός, όλο και πιο πολύ καλείται να αντιμετωπίζει ζητήματα, των οποίων η ρίζα βρίσκεται έξω από την εκπαιδευτική μονάδα, όπως παραβατικότητα, ανεργία, εγκατάλειψη κ.ά. (Μαυρογιώργος, 1994). Η μείωση των κονδυλίων και οι ελλείψεις σε υποδομές στις σχολικές μονάδες έχει αλλάξει προς το χειρότερο τον τρόπο εργασίας τους, ενώ υπάρχει και πίεση την οποία δέχονται από τους γονείς αλλά και από την κοινωνία, λόγω του συναισθηματικού φορτίου που υπάρχει (Γρούτα, 2013). Ακόμη παρατηρείται μια τάση στην εκπαίδευση σε διεθνές επίπεδο να δίνει έμφαση στον ανταγωνισμό και την τυποποιημένη διδασκαλία, με αποτέλεσμα να μετατρέπει την εργασία των εκπαιδευτικών σε απλή μηχανική άσκηση, με έμφαση στην προετοιμασία των μαθητών για την επόμενη τυποποιημένη δοκιμή, αντί να παρέχει μια πλούσια και ουσιαστική εμπειρία στον μαθητή (Sinyolo, 2010). Τέλος, σύμφωνα με τον Μπουζάκη κ.α.(2012) σε πολλές χώρες ανάμεσα τους και η Ελλάδα, οι εκπαιδευτικοί εγκαταλείπουν το επάγγελμά τους, άλλοι εγκαταλείπουν τη χώρα για να εργαστούν στο εξωτερικό, ενώ οι απολύσεις και η μείωση των συντάξεων στο χώρο της παιδείας είναι πλέον συνήθη φαινόμενα.
Εννοείται ότι επίκεντρο της διδακτικής διαδικασίας θα πρέπει να είναι ο μαθητής. Οι μαθητές, αν και ακόμα δεν έχουν επιφορτιστεί τις υποχρεώσεις των ενηλίκων δεν έχουν μείνει ανέγγιχτοι από τις εξελίξεις που συμβαίνουν στις οικονομίες των χωρών. Το ίδιο συμβαίνει και στη χώρα μας. Σύμφωνα με στοιχεία της ΟΛΜΕ, , το φαινόμενο της εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς των μαθητών, της αύξησης του άγχους και της μείωσης της σχολικής επίδοσης αυξάνεται με φρενήρεις ρυθμούς ως αποτέλεσμα της δεινής οικονομικής κρίσης που επηρεάζει τη μέση ελληνική οικογένεια. Αυτή αποτελεί άλλωστε και το σημαντικότερο τροφοδότη συμμετεχόντων στη δημόσια εκπαίδευση. Η κατάργηση επίσης πολλών ειδικοτήτων στα δημόσια ΙΕΚ και ΕΠΑΛ, αναγκάζει πολλούς μαθητές να σταματήσουν, αφού δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν αντίστοιχα ιδιωτικά ιδρύματα.
Τα παιδιά του σχολείου επιζητούν από τον/τη δάσκαλο την ενίσχυση του εγώ τους λόγω του γενικότερου κλίματος ανασφάλειας που εκλαμβάνουν από το περιβάλλον τους. Ίσως ένα ακόμα σημείο των καιρών που επισημαίνεται είναι ότι τα παιδιά έρχονται στο σχολείο με ολοένα και περισσότερους προβληματισμούς για την οικονομική ύφεση. Επίσης υπάρχουν μαθητές, που απορρίφθηκε η δυνατότητα φοίτησης τους λόγω των αυξημένων εγγραφών που έχουν γίνει, λόγω της ανασφάλειας και της κρίσης που έχει απομακρύνει τους γονείς από τα ιδιωτικά σχολεία (Γρούτα, 2013).
Τέλος, υπάρχει και εδώ ένα ηθικό ζήτημα που μπορεί να εξηγήσει ανεπίτρεπτες συμπεριφορές των παιδιών σε σχέση με την σύγχρονη συμπεριφορά γονέων και εκπαιδευτικών στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Τσούκας (2009) υποστηρίζει ότι αν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί υπαναχωρούν από τις δεσμεύσεις απέναντι στα παιδιά, τότε χάνουν την αξιοπιστία τους. Τα παιδιά συνειδητοποιούν ότι είναι διαπραγματεύσιμοι. Ακόμα χειρότερα ότι οι κανόνες παρόλο που υπάρχουν δεν εφαρμόζονται και οι ανεπίτρεπτες πράξεις δεν επιφέρουν κυρώσεις. Εδώ θα ήθελα να αναφέρω και μια προσωπική εμπειρία από τη διδασκαλία του μαθήματος «Δίκαιο και Πολιτικοί Θεσμοί» σε παιδιά του λυκείου, όπου μία μόνιμη ένσταση από πλευράς των μαθητών σε αυτά που διδάσκονταν ήταν οι προσωπικές τους εμπειρίες μη εφαρμογής αυτών που λέγαμε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι μαθητές μας πλέον κυρίως μέσω του διαδικτύου είναι ενημερωμένοι και για θέματα ενδιαφέροντος μεγαλύτερα της ηλικίας τους. Κλείνοντας θα παραθέσουμε την άποψη του Βερεμή (2009):
….Αντιλαμβανόμαστε άραγε τη χαίνουσα απουσία ενδιαφέροντος για την παιδεία προς αρετήν; Ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι κάποια άτομα γεννιούνται με περισσότερη ευαισθησία προς την αρετή, αλλά δεν αμφιβάλλει ότι η αρετή καλλιεργείται και διδάσκεται. Δίνει όμως περισσότερη σημασία στην πρακτική έναντι της θεωρητικής γνώσης της ηθικής. «Είναι δύσκολο όμως να αποκτήσει κανείς τη σωστή διαπαιδαγώγηση στην αρετή από την νεότητά του, αν δεν έχει μεγαλώσει σε πολιτεία με σωστούς νόμους. Για τους περισσότερους, και μάλιστα τους νέους, η μετριοπάθεια δεν είναι ελκυστική.»(Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)… (Βερεμής,, Καλύβας, Κουλουμπής, ,Παγουλάτος., Τσούκαλης.,Τσούκας, 2011, σ.23).
Ο τελευταίος τομέας που επηρεάζεται από την οικονομική κρίση και έχει αντίκτυπο στην εκπαίδευση είναι η οικογένεια. Η οικονομική δυσπραγία των γονέων και η αύξηση της ανεργίας δεν επιτρέπει σε πολλούς μαθητές να αγοράσουν τα απαραίτητα για την καθημερινότητα του σχολείου, ενώ παρατηρείται και αδιαφορία για την παρακολούθηση των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Οι γονείς, έχοντας άλλα προβλήματα να αντιμετωπίσουν, παραμελούν τη σχολική επίβλεψη των παιδιών (Ζαχαρίου, 2013). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η φτώχεια μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο σκληρή τιμωρητική στάση των γονέων στα παιδιά που με τη σειρά της να οδηγήσει σε αντικοινωνική συμπεριφορά. Τέλος, επηρεάζονται και οι σχέσεις εκπαιδευτικών – γονέων, αφού το όλο οικονομικό κλίμα δεν προσφέρει ηρεμία για την ανάπτυξη σωστής επικοινωνίας. Ο γονέας μπορεί να μεταθέσει προβλήματα που οφείλονται σε άλλους λόγους στον εκπαιδευτικό, ενώ ο τελευταίος όπως είδαμε παραπάνω να μην έχει πλέον τις ψυχικές δυνάμεις να αντιμετωπίσει ιδιαίτερες περιπτώσεις.

Λύσεις – αλλαγές - βελτιώσεις που μπορούν να γίνουν για να μετριαστούν τα προβλήματα της οικονομικής κρίσης στην καθημερινότητα του σχολείου.
Έχοντας εντοπίσει τα περισσότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην καθημερινότητά της η εκπαιδευτική κοινότητα και τα άτομα που την περιβάλλουν ως αποτέλεσμα της υφιστάμενης οικονομικής κρίσης, στο κεφάλαιο αυτό θα αναφερθούν αλλαγές και λύσεις που μπορούν να βοηθήσουν στο να μετριαστούν τα προβλήματα αυτά. Λύσεις οικονομικής φύσεως είναι δύσκολο να δοθούν μέσα στο υφιστάμενο οικονομικό πλαίσιο, επομένως οι περισσότερες των λύσεων θα αναζητηθούν έξω από αυτό.
Στην εκπαίδευση θα πρέπει να υπάρξει μια βασική κοινωνική πίστη που θα ενσταλάξει την αίσθηση της ευθύνης, της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ειλικρίνειας σε όλες τις σχέσεις. Η εκπαίδευση, η σωστή σύλληψη, μπορεί να κάνει πολλά για να θέσει την οικονομία και πάλι στα πόδια της, να εξισορροπήσει και να οικοδομήσει εκ νέου την εμπιστοσύνη στο μέλλον.Τις προηγούμενες δεκαετίες η επιχειρηματικότητα είχε επηρεάσει πολύ την τάση στην εκπαίδευση .Καιρός αυτό να αλλάξει. Η σχολική εκπαίδευση θα πρέπει να ανακτήσει τον ηγετικό της ρόλο. (Ormell, 2012).
Οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση είναι αναγκαίες. Θα πρέπει να υπάρχει σύνδεση με την αγορά εργασίας σύμφωνα με τις ενδείξεις και τις ανάγκες της. Οι κατευθύνσεις των μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να στοχεύουν σε δύο σημαντικούς τομείς: την εισαγωγή μεγαλύτερου ανταγωνισμού μεταξύ των εκπαιδευτικών οργανισμών και την αποκέντρωση του εκπαιδευτικού συστήματος. (Pană, 2012). Επίσης αναπτύσσονται πολιτικές στις μέρες μας που προσπαθούν να αποτελέσουν αντίδοτα στην κρίση (π.χ. οι επιταγές εισόδου voucher στην αγορά εργασίας) και βασίζονται στις αρχές της ανταγωνιστικότητας και αποδοτικότητας. (Μπουζάκης, Διπλάρη, 2012)
Σκοπός είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι υπάρχει ελπίδα και αυτή την ελπίδα να την περάσουμε σε όλους: στους συναδέλφους μας, στους γονείς, στους μαθητές. Μπορούμε να μην παρασυρόμαστε από τον παραλογισμό της μάζας και από σενάρια φόβου και πανικού. Να επανεκτιμήσουμε τις προτεραιότητές μας, να παραδειγματίσουμε τα παιδιά, να τα εντάξουμε σε υποσυστήματα όπως αθλητικές ομάδες, κατηχητικό κ.α. (Ζαχαρίου, 2013). Η ευτυχία είναι το μόνο πράγμα που διπλασιάζεται όταν το μοιράζεσαι (Albert Schweitzer). Ο Ζαχαρίου (2013) ακόμη αναφέρει: «να λειτουργήσει το σχολείο ως χώρος συμπαράστασης, ψυχολογικής υποστήριξης και, παράλληλα με τον παιδαγωγικο-διδακτικό μας ρόλο, να προσφέρουμε ισορροπία, γαλήνη και αυτοπεποίθηση στους μαθητές» (σελ.6).
Σημαντικός είναι και ο ρόλος του διευθυντή του σχολείου. Ως ένας άλλος ηγέτης θα πρέπει να κατανοήσει τη μεγάλη ευθύνη που έχει μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, για να βοηθήσει με την προσωπικότητά του και τη θέση του όλους τους εμπλεκομένους. Ο διευθυντής της σχολικής μονάδας πρέπει να αφιερώνει πολύ χρόνο, να διατυπώνει και να μεταδίδει αποτελεσματικά την αποστολή του σχολείου όχι μόνο στους εκπαιδευτικούς και το διοικητικό προσωπικό, αλλά και στους γονείς, τους μαθητές και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον (Σαΐτης, 2002).Το σχολείο, ως μέλος της κοινωνίας, είναι ένα σύστημα ανοικτό, γιατί υπάρχει και λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο περιβάλλον. Σ’ αυτό το περιβάλλον ο ρόλος της επικοινωνίας είναι πολύ σημαντικός. Η επικοινωνία αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες (μαζί με τη συνεργασία και την οργάνωση του σχολείου) για τη δημιουργία ενός θετικού σχολικού κλίματος και αποτελεί μέλημα του ηγέτη της μονάδας, να υπάρχουν ανοικτά κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα στη διεύθυνση, τους εργαζόμενους αλλά και τους μαθητές. (Πασιαρδής, 2001). Μέτρα τα οποία μπορούν να παρθούν από την ηγεσία των σχολικών μονάδων είναι τα παρακάτω:
- Να είναι σε διαρκή επικοινωνία με το εκπαιδευτικό προσωπικό αλλά και τους γονείς και να κάνει συχνές συναντήσεις γονέων και εκπαιδευτικών, ώστε να υπάρχει μια συνεχής συνεργασία και επικοινωνία
- Να διερευνήσει στην τοπική κοινωνία για τη διασφάλιση πόρων μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας όπως π.χ. χορηγίες. Να είναι σε διαρκεί επικοινωνία με την τοπική αυτοδιοίκηση, ώστε να υπάρχει μια διαρκής συνεργασία.
- Να διασφαλίσει το ηθικό των εκπαιδευτικών και να παρεμβαίνει όταν χρίζει αναγκαίο.
Επειδή τα προβλήματα που προκύπτουν δεν έχουν μόνο οικονομική διάσταση όπως είδαμε, αλλά επηρεάζουν και την ψυχική υπόσταση των ατόμων και τη νοηματοδότηση της απασχόλησής τους, χρήσιμες είναι και οι παραινέσεις του Αγίου Αντωνίου για την παιδεία: «Είναι κακότυχος ο πλούσιος και ευγενής, όταν δεν έχει καλλιέργεια ψυχική. Αντίθετα, ο φτωχός ακόμα και ο δούλος θεωρείται ευτυχής, αν έχει παιδεία και αρετή στη ζωή του» (Ριζούλης, 2011,σ.50). Στο ίδιο μήκος κύματος ο Μπερλινγκουερ (1977) [όπως παρατίθεται στον Τσίμα (2011)] προβάλει τη συνειδητοποίηση ότι η λιτότητα στη ζωή δεν αποτελεί μόνο «εργαλείο οικονομικής ύφεσης», αλλά και «εργαλείο για έναν νέο τύπο ανάπτυξης, για την εξυγίανση του κράτους, για μια κοινωνία δικαιοσύνης και απελευθέρωσης του ανθρώπου και των δυνατοτήτων που σήμερα θανατώνονται σκορπισμένες, χαμένες» σε μια κοινωνία που πρωταρχικός της στόχος είναι η κατανάλωση. Η λιτότητα είναι ένα μέσο ανατροπής που παράγει μόνο σπατάλη, αποθέωση του πιο ξέφρενου ατομισμού και του πιο τρελού καταναλωτισμού. Λιτότητα σημαίνει σοβαρότητα, αυστηρότητα, αποτελεσματικότητα μα προπάντων δικαιοσύνη και ισότητα.
Ένα άλλο θέμα στο οποίο πρέπει να δοθεί προσοχή είναι ότι το ζήτημα της οικονομικής μεγέθυνσης συνδέεται με την εκπαίδευση, την αποτελεσματικότητα και την ποιότητά της. (Καρατζιά-Σταυλιώτη, Λαμπρόπουλος, 2006). Η αξιολόγηση της αποδοτικότητας ενός σχολείου, μιας εκπαιδευτικής βαθμίδας ή ενός εκπαιδευτικού συστήματος, γίνεται συνήθως μέσω της εξωτερικής αποδοτικότητάς του, που είναι η ικανότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης να εξυπηρετεί αποτελεσματικά την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας. Ως επί το πλείστον, η εξωτερική αποδοτικότητα προσδιορίζεται από την απορροφητικότητα των αποφοίτων από την οικονομία, αλλά και από τις απολαβές τους σε σύγκριση με αυτές των αποφοίτων άλλων σχολείων ή άλλων βαθμίδων, αντίστοιχα. (Γλαμπεδάκης, 1990)
Πρέπει να πιστέψουμε ότι η εκπαίδευση είναι ο δρόμος που μπορεί να οδηγήσει τη χώρα έξω από την κρίση. Τα ευρήματα της εμπειρικής ανάλυσης δείχνουν ότι η εκπαίδευση είχε μια θετική και στατιστικά σημαντική επίδραση στην οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα κατά την περίοδο 1960-2000. (Τσαμαδιάς, 2012) Όχι μόνο με τον ανασχηματισμό της, αλλά με την αναθεώρηση του τι είναι σημαντικό να διδάσκεται. Αναφέραμε σε προηγούμενη ενότητα πόσο σημαντικό είναι να καλλιεργούμε από τη νεότητα στην ψυχή του μαθητή την αρετή και το σεβασμό στους νόμους. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι η αρετή καλλιεργείται και διδάσκεται. Κατά πόσο στο σημερινό σχολείο μάς απασχολούν αυτές οι ιδέες; Μια σημαντική διαφορά μεταξύ της τρέχουσας μεγάλης ύφεσης και της βαθιάς ύφεσης στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 είναι ότι κανείς δεν κατηγορεί τη δημόσια εκπαίδευση για την κρίση. Ελλείψεις της δημόσιας εκπαίδευσης στην προετοιμασία των νέων για τη δημοκρατική ιδιότητα του πολίτη έχουν διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην τρέχουσα οικονομική κρίση. (Newmann, 2010). Ο ηθικός καπιταλισμός θα αντικαταστήσει τον σημερινό βάναυσο και ανελέητο καπιταλισμό, όταν είμαστε σε θέση να δούμε πάνω από τα δικά μας συμφέροντα, Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να συμπεριφέρονται με ηθικό τρόπο. Δε γεννιούνται με αυτό, αλλά με ορισμένη ικανότητα να μάθουν και να κατανοήσουν τους ηθικούς κανόνες συμπεριφοράς. Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει επικεντρωθεί στην εκτίμηση των αξιών, όπως ο σεβασμός για τον συνάνθρωπο, άλλους πολιτισμούς, και για το περιβάλλον.(Grigore, 2011)
Επίλογος
Στο πλαίσιο της νέας οικονομίας, η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια σειρά από προκλήσεις, που οριοθετείται στο πέρασμα σε μια οικονομία βασισμένη στη γνώση, την παγκοσμιοποίηση, τη βιώσιμη ανάπτυξη, κλπ. (Magdalena, 2008). Έχει γίνει πια κλισέ η παρατήρηση ότι τα κινέζικα εικονογράμματα για τη λέξη «κρίση» μπορούν να διαβαστούν είτε ως «κίνδυνος», είτε ως «ευκαιρία». Έχουμε δει τον κίνδυνο. Το ερώτημα είναι: θα έχουμε την ευκαιρία να ξεφύγουμε από την οικονομική και ηθική σύγχυση που μας περιβάλλει και να ανακτήσουμε την ισορροπία μεταξύ ατομικισμού και της κοινότητας, μεταξύ μέσων και σκοπών και, πάνω απ' όλα, θα έχουμε εκπαιδεύσει ανθρώπους έτοιμους να ζήσουν με έναν αριθμό κοινών ιδανικών και των αξιών;(Grigore, Mitroi 2011). Είναι στο χέρι του καθενός να βάλει ένα «λιθαράκι» στη βελτίωση της κατάστασης στο σχολείο και να ομορφαίνει την καθημερινότητα του διπλανού του.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Στα ελληνικά
Βερεμής,Θ., Καλύβας,Σ. ,Κουλουμπής,Θ. ,Παγουλάτος,Γ., Τσούκαλης, Λ.,Τσούκας, Χ. (2011). Η ανατομία της κρίσης (1η ‘εκδοση.). Αθήνα: Εκδόσεις Σκάϊ.
Γλαμπεδάκης, Μ. (1990). Οικονομία και εκπαίδευση. (1η έκδοση.). Αθήνα: Ίων.
Γρούτα, Α. (2013). Οικονομική κρίση και πώς αντιμετωπίζεται από τους εκπαιδευτικούς. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Zαμπέτα,Ε.(1994). Η εκπαιδευτική πολιτική στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση 1974-1989. Εκδόσεις Θεμέλιο.
Ζαχαρίου Δημήτρης, Κόπτσης Αλ. (2013). Οικονομική κρίση και σχολείο Ιστότοπος 7ης εκπαιδευτικής περιφέρειας δημοτικής εκπαίδευσης νομού Θεσσαλονίκης. Ανάκληση 3 Μαρτίου 2014 από http://users.sch.gr/akoptsi/
Καρατζιά-Σταυλιώτη, Ε., Λαμπρόπουλος, Χ. (2006). Αξιολόγηση ,Αποτελεσματικότητα και Ποιότητα στην Εκπαίδευση. Εκπαιδευτικός σχεδιασμός και οικονομία. (1η έκδοση.). Αθήνα: Gutenberg.
Μαυρογιώργος, Γ. (1994). Εκπαιδευτικοί και Διδασκαλία (Για μια αντίπαλη πρόταση). Αθήνα: Σύγχρονη Εκπαίδευση
Πασιαρδής, Γ. (2001). Το σχολικό κλίμα. Θεωρητική Ανάλυση και Εμπειρική Διερεύνηση των Βασικών Παραμέτρων του. Αθήνα: Τυπωθήτω,
Ριζούλης, Δ.(2011) Έτσι θα βγούμε από την κρίση. Αθήνα: Εκδόσεις εφημερίδας Δημοκρατία
Τσίμας, Π. (2011). Το ημερολόγιο της κρίσης. (1η έκδοση.). Αθήνα: Μεταίχμιο.
Στα αγγλικά
Boyte, L. (2005). Female Education and Religiosity: Their Institutional Impacts on Economic Growth. Atlantic Economic Journal, 33(3), 361-362.
Bouzakis, S., Diplari, C. (2012). The Economic Crisis and its Impact on International and Greek Education. Hellenic Studies/Etudes Helleniques, 20(2), 117-134.
Grigore, A.,Mitroi, A. (2011). The Economical Crisis, Performance Models and Value-Based Education. Hyperion International Journal of Econophysics & New Economy,4(2),348-355.
Magdalena, P., Raluca, C. (2008). The New Education In The New Economy- New Challenges For The Romanian Economy. Annals of the University of Oradea, Economic Science Series, 17(2), 352-357
Neumann, R. (2010). Economics Education and the Great Recession. Radical Teacher, 87, 36-43
Pană, M. (2012). Education and Crisis. Theoretical & Applied Economics, 19(5), 145-156.
Shvets, Y. (2014). Innovation Economy and Higher Education in Ukraine. Global Management Journal, 6(1), 43-47
Sinyolo, D. (2010). International Trends in Education. Education Review, 23 (1), 61-69.